ΦΕΦΕ 2108 μ.Χ.

Φεστιβάλ Επιστημονικής Φαντασίας Ερμούπολης, Μάιος 2108 μ.Χ.

 

Είναι μεσημέρι όταν ξεκινάμε από τον Πειραιά. Κάνουμε την πάπια μέχρι να φθάσουμε στο Σούνιο – κυριολεκτικά. Τα υδρόπτερα είναι καμουφλαρισμένα και παριστάνουν τα άκακα φουσκωτά που κατεβαίνουν αργά προς τα νότια, με τους επιβάτες τους να δείχνουν σαν ένα μάτσο ημι-νεόπλουτοι με άθλιο γούστο ακόμη και στα καλοκαιρινά τους ρούχα. Μάιος είναι, αλλά πια το καλοκαίρι αρχίζει για τα καλά τον Μάρτιο και τελειώνει, ίσως,  τον Νοέμβριο.

Στην πορεία, μας πλησιάζουν τα περιπολικά της ακτοφυλακής και βάζουμε τις γυναίκες να τους χαιρετάνε χοροπηδώντας χαρωπά και στριγγλίζοντας με χάρη. Το πλήρωμά τους κορδώνεται και τα σκάφη τους απομακρύνονται. Ευτυχώς μπορείς πάντα να βασίζεσαι στην ανδρική ηλιθιότητα.

Βλέπουμε τη γη να τελειώνει και μας πιάνει  ανυπομονησία. Όντας το παγόβουνο της παρέας, κάνω σήμα στους άλλους να κάτσουν ήσυχα -λίγο ακόμη, μόνο λίγο ακόμη…

…Και ναι! Έχουμε περάσει το Σούνιο κι είμαστε έξω από τη δικαιοδοσία των Αθηνών, και σε Φτερωτά Ύδατα! Πετάω το άθλιο καπέλο στη θάλασσα, η αγάπη μου με μαλώνει που ρυπαίνω, συνεχίζω οικολογικά και απλώς βγάζω και τακτοποιώ σ’ ένα ντουλαπάκι το κιτρινοπράσινο πουά μπλουζάκι. Η Φουλίγια στολή μου αποκαλύπτεται. Περιμένω να ετοιμαστούν και οι υπόλοιποι στα άλλα δύο υδρόπτερα, και μετά δίνω την εντολή.

Τα υδρόπτερα ξεδιπλώνονται κι η θάλασσα γίνεται ο πιο άνετος διάδρομος απογείωσης. Το κύμα είναι χαμηλό, όσο πρέπει για να είναι η απογείωση απολαυστική. Η ολογραφική οθόνη ελέγχου έχει σηκωθεί κάθετα μπροστά μου. Ρυθμίζω τη ροή ενέργειας, θυμίζω στους πάντες να δεθούν στα καθίσματά τους, και αγγίζω το κουμπί.

Τα υδρόπτερα βρυχώνται και αρχίζουν να γκελάρουν στην επιφάνεια, με κάθε γκελ μεγαλύτερο από το επόμενο… μέχρι που κάποια στιγμή απελευθερώνονται και πλέον, πετάμε για τη Σύρο!

Τώρα οι άντρες ουρλιάζουν περισσότερο απ’ ό,τι στρίγγλιζαν οι γυναίκες πριν, κι εγώ νιώθω τον αέρα να βουλιάζει το πρόσωπό μου. Ανοίγω τα περισκοπικά ραντάρ. Μπορεί ο ορίζοντας να είναι για την ώρα καθαρός, αλλά τα όρνια στα Φτερωτά Ύδατα δεν είναι λίγα, και τα τελευταία χρόνια, έχουν αρχίσει και ζητάνε προστασία. Αλλά είμαστε ημι-νεόπλουτοι: οι πιστωτικές μας μονάδες φθάνουν για να δωροδοκήσουμε τον Έφορο του λιμανιού στην Ερμούπολη, όχι και για να πληρώσουμε τζάμπα διόδια στους λεβέντες. Οπότε εύχομαι να μην μας πιάσουν, αλλά ελπίζω και να εμφανισθούν, για να δουν τι σημαίνει Φουλίγιο Υδρόπτερο.

Και νάτοι. Δύο τριγωνικά εμφανίζονται από τα ανατολικά και προσπαθούν να κόψουν την πορεία μας. Ενεργοποιώ μέτρα αναχαίτισης, και λέω στο υδρόπτερο να τα πει μια δόση με τα φιλαράκια του στα κβαντικά κανάλια όπου τα πετούμενα μιλάνε μεταξύ τους, έτσι για να τους ρίξει το ηθικό.

…«Φάτε κύμα ρεεε!», ήταν το τελευταίο πράγμα που τους είπε, πριν κλείσει μόνο του το κουβούκλιο τον επιβατών και τριπλασιάσει την ταχύτητά του. Σιγά μην έχουν αντιβαρύτητα οι μαφιόζοι στα ψωρο-σκάφη τους, τι ξέρουν αυτοί από επιστημονική φαντασία;

Στην κλειστή καμπίνα χαλαρώνουμε και ρεμβάζουμε. Σε μισή ώρα θα ήμαστε στην Ερμούπολη.

Μόλις το νησί φαίνεται από μακριά, λέω στο υδρόπτερο να κόψει ταχύτητα. Μπαίνουμε στη δικαιοδοσία της Ερμούπολης, και τους μεγάλους γερανούς στο Νεώριο τους έχουν κρατήσει για ένα λόγο – για να κάνουν παλιοσίδερα εξυπνάκηδες που πετάνε με υπερβολική ταχύτητα. Τα σκάφη τους δηλαδή, αλλά κυκλοφορεί και μια φήμη ότι κάποτε ξέχασαν να βγάλουν τους επιβάτες από μέσα.

Πετάμε ομαλά – και ξαφνικά με πιάνουν τα διαόλια μου. Τα επιδεικτικά διαόλια μου. Περνώ σε χειροκίνητη πτήση και αντί να πάω από γύρω οδηγώ το υδρόπτερο κατευθείαν πάνω στο νησί με σκοπό να καβαλήσω το βουνό και να κατέβω στην Ερμούπολη από τα βόρεια. Βλέπω την Εξέδρα του ΣανΜιχάλη, μια γιγαντιαία πλατφόρμα που είναι καρφωμένη βαθειά μέσα στη γη του νησιού και εκτείνεται μέχρι πάνω από την αμμουδιά της Λία. Υπάρχουν βέβαια τραπέζια και μπάρες και πίστες χορού… αλλά υπάρχει κι ο ειδικός διάδρομος για όσους θέλουν να συνεχίσουν και να συναντήσουν τη θάλασσα, συνήθως με ρουκετοπέδιλα για να φθάσουν αρκετά βαθιά και να πάρουν ένα κάποιο ύψος ώστε να προλάβει ν’ ανοίξει το αλεξίπτωτο πριν χτυπήσουν το νερό… Είναι μουρλοί αυτοί οι τύποι.

Το κάνω ακόμη πιο δύσκολο και πάω περιμετρικά. Η παρέα από τα άλλα δύο υδρόπτερα διαμαρτύρεται μέσα από τον ασύρματο, και τους δίνω το ελεύθερο να κόψουν δρόμο αν θέλουν, κατευθείαν για το λιμάνι. Σιγά μη χάσουν την ευκαιρία. Είμαστε πάνω από το Δελφίνι, και χαζεύω το τεράστιο κήτος φτιαγμένο από νανοπλαστικά που λικνίζεται στη θάλασσα κάπου στη μέση της παραλίας, φορτώνοντας λουόμενους στην διχαλωτή ουρά του και μετά σηκώνοντάς την σε μια τεράστια τσουλήθρα που ή θα σε ρίξει στη θάλασσα ή πάνω στο ίδιο το κήτος, που τότε θα λειτουργήσει σαν τεράστια μαλακή χοροπηδηχτούρα.

Βλέπω και το Κίνι, αλλά δεν μου κινεί το ενδιαφέρον πια. Αφήνω τα παρακάτω κοσμοπολίτικα και κόβω προς τα μέσα, για Ντελαγκράτσια. Στην περιοχή υπάρχουν πια μόνο δύο γιγαντιαία κτήρια, που μοιάζουν ακριβώς με δύο παλαιά αρχοντικά της περιοχής, αλλά σε πενταπλάσια κλίμακα. Είναι τα παλαιά αρχοντικά. Εδώ εφαρμόστηκε για πρώτη φορά η τεχνολογία αναδιαστασιοποίησης, όπως την βάφτισαν οι τεχνο-τέκτονες με τη γνωστή τους έλλειψη γλωσσικής έμπνευσης.

Σχεδόν ξεχνιέμαι θαυμάζοντας τους κολοσσούς, και συνειδητοποιώ ότι πλησιάζω τον έναν επικίνδυνα. Σειρήνες ακούγονται, και βλέπω κάτι μαύρα πράγματα να κινούνται στις αυλές τους. Γαμώτο, ενεργοποιήσαμε τα κυβούργια. Αλλάζω πορεία γρήγορα -μπορεί να φάγαμε για πρωινό τους αλητάμπουρες στα Φτερωτά Ύδατα, αλλά δεν παίζεις με τα κυβούργια: συντονίζονται από κάτω σου, ανοίγουν τη στοματάρα τους, μετά βρίσκονται γύρω σου, και μετά κλείνουν τη στοματάρα τους, και βρίσκεσαι μέσα τους και δεν βγαίνεις από κει ούτε με σφαίρες, ούτε με βόμβες, ούτε με πιστωτικές. Κανείς δεν γνωρίζει τα πρωτόκολλα για να ελέγξει τα κυβούργια. Κι οι τεχνο-τέκτονες δεν είναι πια εδώ.

 

Απομακρυνόμαστε ακολουθώντας την περίμετρο του νησιού από δυτικά. Είναι ώρα να κατεβούμε στο νερό. Ευτυχώς εδώ δεν θα χρειαστεί να φορέσω το πρασινοκίτρινο πουά μπλουζάκι, μπορώ να μπω στο λιμάνι με τα Φουλίγια ρούχα μου – η ταρίφα θα είναι η ίδια.

Κι έχει ουρά γαμώτο, έχει ουρά! Είκοσι υδρόπτερα περιμένουν μπροστά μας, να τα βρουν με τον Έφορο, να μπουν στο λιμάνι. Ο Έφορος του λιμανιού της Ερμούπολης είναι πάντα χαμογελαστός και ευγενικός. Ο Έφορος είναι μια αιολική έλικα που στα πειράματα του ’90 του βάλανε κατά λάθος συνείδηση, κι από τότε αντί να κοιτάει να γυρνά όταν φυσάει μπας και μαζέψει τίποτε βατ, έχει φυτευτεί στο λιμάνι όπου παριστάνει τον φύλακα, και γυρνάει τον έλικά του όταν δεν πληρώνεις.

Έχει κι έναν ανθρώπινο κλώνο για να τον αντιπροσωπεύει (χρειάζονται χέρια για να καταχωρούν τις χρεώσεις πιστωτικών στα ασύρματα τερματικά), αλλά και για να παρουσιάζει ένα ανθρώπινο πρόσωπο…μόνο που δεν άντεξε και του φόρεσε μια δρεπανέλικα στο λαιμό με αρκετά μακριά φτερά, και πρέπει να προσέχεις να μην τον πλησιάζεις πολύ, ιδιαίτερα όταν τσεκάρει την πίστωσή σου.

Έρχεται η σειρά μας.

Του κάνω νόημα ότι είμαστε τρία υδρόπτερα, για Σ/Κ στο φεστιβάλ επιστημονικής φαντασίας. Κοιτάει τα πετούμενα και λέει «Τριακόσια το ένα».

Σιγά μη θέλει και τρεις χιλιάδες. «Εκατό, και δέσμευση για 4 ανθρωποώρες στο καζίνο» του λέω. «8 ανθρωποώρες». «5 ανθρωποώρες και 1 κυβερνοώρα». «5 και 2». Έτσι κι αλλιώς θα σηκώσω τη μπάνκα. Συμφωνούμε, χρεώνει τα τριακόσια και για τα τρία σκάφη, και μου ζητάει το μπράτσο μου. Καρφώνει μια εύκαμπτη προέκταση στην υποδοχή, και το νανουδάκι που θα εξασφαλίσει ότι θα είμαι στο καζίνο για 5 ώρες βιολογικού χρόνου και 2 σιβηριτικού, κυλάει στο αίμα μου. Χρειάζομαι επτά  δόσεις κυβερνο-αντίδοτο μέσα στις επόμενες σαράντα οχτώ ώρες, και το αντίδοτο υπάρχει μόνο στο καζίνο. Σιγά μην του αρκούσε ο λόγος μου.

Πιάνουμε προκυμαία. Χαιρετάμε τα σκάφη μας κι αυτά σηκώνουν τα δυναμικά τους πεδία για να’ χουν το κεφάλι τους ήσυχο και ν’ ασχοληθούν με τίποτε πιο ενδιαφέρον από το να μεταφέρουν ανθρώπους πάνω-κάτω. Πατάμε το νησί. Είμαστε έντεκα όλοι μαζί, και κάτι δεν μ’ αρέσει σ’ αυτό το νούμερο. Βγήκαμε κοντά στο Daidadi, πώς να πω τώρα στον τωρινό ιδιοκτήτη ότι ήξερα τον ιδρυτή; Δεν θα με πιστέψει αλλά τι ξέρει αυτός από επιστημονική φαντασία; Το φετινό παγωτό λέγεται «Space Rookie» και μας λένε ότι έχει γεύση διαστήματος, επίγευση περιπέτειας και γευστική ανάμνηση φρεσκάδας, από την αγουράδα του τίτλου. Είναι μουρλοί αυτοί οι τύποι. Κατευθυνόμαστε στο Πνευματικό Κέντρο, όπου γίνεται η πρώτη εκδήλωση του φεστιβάλ. Βαδίζοντας στον κάθετο δρόμο προς την πλατεία Μιαούλη, παίζουμε το αγαπημένο μας παιχνίδι: πατάμε πηδώντας τις πλάκες του δρόμου για να δούμε ποιος θα κάνει τις περισσότερες να φωτιστούν. Κάθε χρόνο είναι διαφορετικές, και κανείς δεν ξέρει τη γεννήτρια τυχαίων αριθμών από την οποία παράγονται οι συνδυασμοί. Είχε φτιαχτεί την εποχή που οι τεχνο-τέκτονες κυριαρχούσαν στο νησί, και κανείς ποτέ δεν βρήκε τα σχέδια όταν αποφάσισαν να φύγουν. Οι φήμες λένε ότι κάθε χρόνο μία πλάκα έχει τις νέες συντεταγμένες θέσης των τεχνο-τεκτόνων, αλλά αυτά είναι αστικοί μύθοι. Σιγά μην έχουν και το μηχανισμό ελέγχου για τα κυβούργια.

Στο βάθος, το Πνευματικό Κέντρο αιωρείται δύο μέτρα από το έδαφος, εξυπνάδες σε σχέση με την πνευματικότητα είναι αυτές. Ψάχνω για τον Αλμπανόπουλο-5, τον βλέπω να βγαίνει από ένα παράθυρο του Κέντρου και να προσγειώνεται μπροστά από την είσοδο. Για να μας υποδεχτεί φυσικά, έντεκα ανεμίζουσες Φουλίγιες στολές μαζεμένες δημιουργούν κάτι σαν μαύρη τρύπα στο οπτικό πεδίο κάποιου, είναι αδύνατον να μην τις προσέξεις.

Ώρα για χαιρετούρες. Το δεξί μου μπράτσο ανοίγει και βγάζω το βύσμα. Καλωδιωνόμαστε μεταξύ μας και σπινάρουμε τα νέα.  Μαθαίνω ότι το Κέντρο τού έβγαλε την πίστη φέτος, όλο τσιριμόνια ήταν για τούτο και για κείνο. Αλλά έτσι είναι τα γερο-κτήρια, μες τη γκρίνια. Κοιτάζω δεξιά τον πύργο τηλεπικοινωνιών, μια διαφανής κυλινδρική κατασκευή με την όψη της να προβάλλει την τηλεπικοινωνιακή κίνηση στο Δίκτυο των Κυκλάδων. Σου φέρνει ζαλάδα, αλλά ωραία ζαλάδα. Υψωνόμαστε για να μπούμε στο Κέντρο ακριβώς στην έναρξη της εκδήλωσης: «Αγροτική Επιστημονική Φαντασία: o σπόρος που δεν φυτεύτηκε ποτέ». Τον κοιτώ ερωτηματικά, δεν είχα προλάβει να δω το πρόγραμμα. Σηκώνει απολογητικά τους ώμους: «Να δούμε και μια άλλη προοπτική». Πωσοδήποτε. Μαθαίνω ότι θα διαβαστούν ενδεικτικά έντεκα διηγήματα Αγροτικής Επιστημονικής Φαντασίας τα οποία δεν έχουν βέβαια γραφτεί, αλλά θα μπορούσαν να έχουν γραφτεί αν υπήρχε Αγροτική Επιστημονική Φαντασία. Να γιατί μου έφταιγε ο αριθμός έντεκα. Ανάβω το ηλεκτρονικό μου τσιγάρο και κάνω υπομονή. Η ώρα για το καζίνο δεν έχει έρθει ακόμη.  

Αλέκος Παπαδόπουλος, fresh out of the time machine.

Advertisements

Ένα Σχόλιο to “ΦΕΦΕ 2108 μ.Χ.”

  1. Αν είναι έτσι να βάλεις και το διήγημα που είχα γράψει στο διαγωνισμό για ένα μελλοντικό φεστιβάλ (λόγο ότι να’ναι αλλά δεν πειράζει) :P

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s

Αρέσει σε %d bloggers: